Ιστορικό

Τα προ της ιδρύσεως του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου

Η περίοδος αυτή καλύπτει το χρονικό διάστημα από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912) μέχρι την ίδρυση του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της πόλης (1925). Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε συνοπτικά τρία βασικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά την εν γένει οικονομική και κοινωνική κατάσταση της Θεσσαλονίκης στην εν λόγω περίοδο 1912-1925. Το δεύτερο, τη σύνθεση των επαγγελμάτων της πόλης στο ίδιο χρονικό διάστημα, ενώ το τρίτο αφορά την επιμελητηριακή οργάνωσή τους.

 
1.1 Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση
 
Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων σημειώνονται θετικές οικονομικές εξελίξεις, κυρίως σε ό,τι αφορά την άνοδο του βιομηχανικού προϊόντος (που ξεκίνησε όμως από πολύ χαμηλά επίπεδα) και την σταδιακή αύξηση του αγροτικού προϊόντος μέσω της εδαφικής επέκτασης των καλλιεργειών. Αλλά το κατά κεφαλήν εισόδημα παρέμεινε χαμηλό και άνισα κατανεμημένο. Υπολογίζεται ότι, μετά την έλευση των προσφύγων και την ανταλλαγή των πληθυσμών, τουλάχιστον το ένα τρίτο των Ελλήνων ζούσαν κάτω από το απόλυτο όριο φτώχειας, υπό την έννοια της αδυναμίας εξασφάλισης στέγης και τροφής. Η χρηματοδότηση της μικρασιατικής εκστρατείας και η αθέτηση της υπόσχεσης των συμμάχων (Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ) οδήγησε σε κατάρρευση της εξωτερικής και εσωτερικής αξίας της δραχμής, με κύρια θύματα τους μισθοσυντήρητους. Το 1917 το μέσο βιομηχανικό ημερομίσθιο αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο της χρυσής λίρας, ενώ το 1923 μόλις στο ένα έβδομο. Η Ελλάδα δεν ήταν αυτάρκης σε σιτηρά και δεν διέθετε τα συναλλαγματικά μέσα για να καλύψει τις ανάγκες της από το εξωτερικό, ενώ το κατά κεφαλήν δημόσιο χρέος ήταν το υψηλότερο στα Βαλκάνια.
 
Η Θεσσαλονίκη, μετά τη λήξη της τουρκοκρατίας, ήταν μία πόλη με έντονες κοινωνικές ανισότητες. Από τη μία πλευρά, εξήντα περίπου εμπορικοί οίκοι (μερικοί από αυτούς με μικρή συμμετοχή στην αναιμική βιομηχανία) παρείχαν στην πόλη την αστική τάξη της. Γύρω τους, πεντακόσιες μικρότερες επιχειρήσεις διαμόρφωναν τον χώρο των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Δεν υπάρχουν ακριβείς στατιστικές μετρήσεις για τα μικρότερα εργαστήρια που έφθιναν και τα επαγγέλματα που εξαφανίζονταν (ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα). Ήδη όμως πριν από την περίοδο των βαλκανικών πολέμων η Θεσσαλονίκη κατακλύζεται από κατοίκους της ενδοχώρας που αναζητούν εργασία ή ασφάλεια.
 
Τα βασικά στοιχεία της συγκυρίας κατά την περίοδο που εξετάζουμε είναι ότι η Θεσσαλονίκη διετέλεσε υπό καθεστώς κατοχής εκ μέρους των γαλλικών και αγγλικών στρατευμάτων (1915-1919), ότι καταστράφηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά (1917), ότι ανοικοδομήθηκε κατά τρόπο που εξάρθρωσε τους μηχανισμούς της γαιοπροσόδου και λειτούργησε αναδιανεμητικά για τις περιουσίες (1917-1923), και ότι υπήρξε τόπος μαζικής εγκατάστασης των προσφύγων (1922-1925). Η αγγλογαλλική κατοχή και η έλλειψη τροφίμων είχε ως αποτέλεσμα μεγάλες στερήσεις για τον πληθυσμό (το ψωμί μοιραζόταν με δελτίο, ενώ τα μακαρόνια με ιατρική συνταγή). Η πυρκαγιά είχε ως συνέπεια να μείνει χωρίς στέγη ένας στους τρεις κατοίκους της πόλης, αλλά και να καταστραφούν πολλά καταστήματα, εργαστήρια και βιοτεχνίες. Ο ανασχεδιασμός και η ανοικοδόμηση της πόλης αποστέρησαν τους μικρούς ιδιοκτήτες από τη γη τους (εκατοντάδες επαγγελματίες έχασαν τα λιλιπούτεια οικόπεδά τους, που είχαν εμβαδόν 2-20 τετραγωνικά μέτρα και αντ' αυτών έλαβαν 'κτηματόγραφα' με τα οποία δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν ούτε κλάσμα του καταστήματός τους). Επίσης, ο ανασχεδιασμός αποτέλεσε ευκαιρία πλουτισμού για κεφαλαιούχους του εξωτερικού. Τέλος, η έλευση και η εγκατάσταση των προσφύγων (σε συνδυασμό με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αποχώρηση των μουσουλμάνων) αφενός μεν προκάλεσε γεωγραφική επέκταση της πόλης και έντονη ζήτηση αγαθών, αφετέρου προξένησε πρωτοφανή διαθεσιμότητα εργασιακού δυναμικού και κορεσμό όλων των επαγγελμάτων.
 
Η σύνθεση των επαγγελμάτων
 
Θα αναφερθούμε συνοπτικά στη σύνθεση των επαγγελμάτων, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τη νεότερη αρχειακή έρευνα. Από την επεξεργασία των κτηματολογικών τίτλων της πυρίκαυστης ζώνης της Θεσσαλονίκης, προκύπτει η σύνθεση μιας ειδικής κατηγορίας παλαιών επαγγελμάτων, τα οποία επιβίωναν μέχρι το 1917. Η άσκησή τους συνδεόταν, μέχρι το 1841, με την κατοχή ειδικής αδείας, υπό τον τύπο εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου, στο οποίο στεγαζόταν ο επαγγελματίας (θεσμός 'γεδικίου'). Η καταγραφή των επαγγελμάτων αυτών δεν είναι, βέβαια, ενδεικτική για την επαγγελματική σύνθεση της Θεσσαλονίκης στο πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα. Παρέχει όμως τη δυνατότητα να διακριθούν τα νεότερα επαγγέλματα από το βασικό 'παλαιό' επαγγελματικό πυρήνα της Θεσσαλονίκης, που κατά κλάδους είχε ως εξής:
 
Διατροφή: αρτοποιός, πωλητής κριθαριού, κρεοπώλης, χαλβαδοποιός, πωλητής ξηρών καρπών, πωλητής ποτών, κατασκευαστής και πωλητής σερμπετιών, λαχανοπώλης και σταφιδοπώλης.
 
Ενδυμασία: γουναράς, ράπτης, πωλητής υφασμάτων, βαφέας υφασμάτων
 
Βυρσοδεψία: Εφιππιουργός, πωλητής δερμάτων, υποδηματοποιός
 
Επεξεργασία ξύλου: Ξυλουργός
 
Μεταλλουργία: Πεταλωτής, σιδηρουργός, καλαϊτζής
 
Υπηρεσίες: Κουρέας, αχτάρης (μυροπώλης).
 
Γύρω από αυτόν τον 'αρχαϊκό' πυρήνα επαγγελμάτων, υπήρχε ένας επάλληλος κύκλος επίσης παλαιών επαγγελμάτων, η άσκηση των οποίων δεν είχε την τυπική ακαμψία του θεσμού του γεδικίου, γνωρίζουμε όμως ότι ασκούνταν από παλαιότερα και ότι είχαν επιβιώσει μέχρι την εποχή που αναφερόμαστε. Τέτοια επαγγέλματα ήταν, επί παραδείγματι, η λειτουργία καπηλειού ή καφενείου ή η κατασκευή και πώληση σαρώθρων.
Από γεωγραφικής απόψεως, ο πυρήνας των παλαιών επαγγελμάτων ήταν συγκεντρωμένος στην περιοχή ανάμεσα από το λιμάνι και την εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας, συνήθως σε εμπορικές στοές, τα λεγόμενα 'χάνια' (απλή ταυτωνυμία με τα πανδοχεία).

Τα κυριότερα χάνια ήταν τα εξής εννέα:
  • Τσοκούρ Χάνι. Βρισκόταν στη συνοικία των Φράγκων, μεταξύ των οδών Εγνατίας -Βαλαωρίτου (τότε Σολωμού) - Λέοντος Σοφού - Αλεξάνδρου του Μεγάλου.
  • Τιάνο Χάνι. Βρισκόταν στη συνοικία των Φράγκων, πίσω από το νοσοκομείο των Αδελφών του Ελέους. 
  • Διώροφο χάνι, μη κατονομαζόμενο (ιδιοκτησίας Σαατλή). Βρισκόταν και αυτό στη συνοικία των Φράγκων, δυτικά από το Τσοκούρ Χάνι. 
  • Διώροφο χάνι, μη κατονομαζόμενο, ιδιοκτησίας Ρουκιέ Χανούμ χήρας Εμίν Σερκή, θυγατέρας Μεχμέτ Χατζή. Βρισκόταν βόρεια από το Μπεζεστένι. 
  • Χάνι, μη κατονομαζόμενο, ιδιοκτησίας διαφόρων μουσουλμάνων. Βρισκόταν στη σημερινή πλατεία της Αρχαίας Αγοράς. 
  • Χάνι πεταλωτών. Βρισκόταν δίπλα στην εκκλησίας της Υπαπαντής. 
  • Χάνι μη κατονομαζόμενο, ιδιοκτησίας Σολομών Δαβίδ Φρανσές. Βρισκόταν στη δυτική πλευρά της συνοικίας των Φράγκων. 
  • Χάνι μη κατονομαζόμενο, ιδιοκτησίας διαφόρων μουσουλμάνων. Βρισκόταν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με το προηγούμενο. 
  • Μαζί Χάνι. Το χάνι αυτό ήταν το μεγαλύτερο και στέγαζε πολλά επαγγέλματα. Βρισκόταν μεταξύ των οδών Εδέσσης, Φράγκων και Βίκτορος Ουγκώ. 
 
Μέσα σε μερικά χρόνια, η παλαιότερη αυτή δομή των επαγγελμάτων είχε ξεπεραστεί, λόγω της αθρόας άφιξης νέων κατοίκων και της ίδρυσης νέων μικρών επιχειρήσεων. Η πώληση υφασμάτων και η διαμεσολάβηση μεταξύ χονδρικού και λιανικού εμπορίου (παραγγελιοδόχοι) υπήρξαν οι μεγάλοι υποδοχείς των νέων επαγγελματιών, αφού απορρόφησαν έναν στους τρεις επίδοξους επιχειρηματίες της περιόδου αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Με βάση τους εμπορικούς οδηγούς, το 1920 επί 1.143 καταγεγραμμένων καταστημάτων της Θεσσαλονίκης που ασχολούνταν με αγορά και πώληση προϊόντων, τα 259 εμπορεύονταν υφάσματα, τα 169 εγχώρια και αποικιακά (κυρίως τρόφιμα), τα 64 ποτά και τα 59 υποδήματα. Οι κλάδοι αυτοί συγκέντρωναν το ήμισυ των καταστημάτων της πόλης. Πρέπει, όμως να διέφυγαν της απογραφής τα παντοπωλεία, αφού αναφέρονται μόνον 24 από αυτά. Το ίδιο έτος καταγράφθηκαν 586 επαγγελματίες που παρείχαν υπηρεσίες, εκ των οποίων το ήμισυ ήταν παραγγελιοδόχοι. Επίσης, καταγράφθηκαν 49 κουρεία, αλλά μόνον 28 καφεζυθοπωλεία και 15 καφενεία, ο κύριος όγκος των οποίων πρέπει, επίσης, να διέφυγε από την καταγραφή.
 
Η επιμελητηριακή οργάνωση
 
Στην οθωμανική περίοδο λειτουργούσε Εμπορικό Επιμελητήριο τουλάχιστον από το 1888-1889, το οποίο συνέχισε τη λειτουργία του και μετά την απελευθέρωση.
Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος τα πρώτα Επιμελητήρια ιδρύθηκαν με το Β.Δ. της 22ης Μαΐου 1836 'Περί συστάσεως εμπορικών επιμελητηρίων και εμπορικών εταιριών'. Το 1841, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, ιδρύθηκε το Εμπορικό Επιμελητήριο Αθηνών. Ο θεσμός, όμως, δεν ευδοκίμησε και μετά το 1875 περιέπεσε σε ατονία. Το 1914 δημοσιεύθηκε ο νόμος 184 περί συστάσεως εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων στις πρωτεύουσες των νομών. Βάσει του νόμου αυτού, τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια αποτελούσαν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σκοπός των οποίων ήταν η προστασία της βιομηχανίας και του εμπορίου της περιφέρειάς τους, μέσα στα όρια των γενικών συμφερόντων του κράτους και της εθνικής οικονομίας. Μέλη των επιμελητηρίων ήταν υποχρεωτικώς 'πάντες οι έμποροι οι ασκούντες επιτήδευμα'. Μεσολάβησε, όμως, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ο νέος θεσμός δεν εφαρμόσθηκε, παρά μόνον μεταπολεμικώς. Με το βασιλικό διάταγμα της 16/18.11.1918 ιδρύθηκαν το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης [ΕΒΕΘ], όπως και αντίστοιχα επιμελητήρια στους νομούς Καλαμών, Βόλου, Ηρακλείου, Κοζάνης και. Στις 16 Μαΐου 1919 εκλέχθηκε το πρώτο τριακονταμελές συμβούλιο του ΕΒΕΘ και στις 23 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους τελέσθηκαν τα εγκαίνια των εγκαταστάσεών του, που βρίσκονταν στην οδό Ναυάρχου Κουντουριώτου, απέναντι από την είσοδο του λιμένος. Το Ν.Δ. της 2.11.1923 προέβλεψε την ίδρυση περιφερειακών επιμελητηρίων Έδεσσας και Κοζάνης, υπαγομένων στην αρμοδιότητα του τελευταίου.
 
Το ΕΒΕΘ οργανώθηκε σε τρία τμήματα: το βιομηχανικό, το εισαγωγικό και το εξαγωγικό. Πολύ σύντομα, οι 'οργανώσεις των επαγγελματικών και βιοτεχνικών τάξεων εζήτησαν την απόσχισίν των από τα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια' και απαίτησαν να οργανωθούν σε ξεχωριστούς επιμελητηριακούς φορείς. Γενική ήταν η αίσθηση ότι με την παραμονή τους στα υφιστάμενα επιμελητήρια 'δεν εξησφάλιζον αι τάξεις αύται ούτε την επαρκή εκπροσώπησίν των ούτε την δέουσα προστασίαν των συμφερόντων των, άτινα εν πολλοίς διάφορα των συμφερόντων των εμπόρων και των βιομηχάνων, ενίοτε δε και αντίθετα αυτών τυγχάνουν'.
 
Με αφετηρία αυτές τις αντιλήψεις, που απηχούσαν σε σημαντικό βαθμό την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών των επαγγελματιών και των βιοτεχνών λόγω της εμπόλεμης κατάστασης (μικρασιατική εκστρατεία), ψηφίσθηκε επί κυβερνήσεως Π. Πρωτοπαπαδάκη ο νόμος 2872/16.7.1922 περί συστάσεως επαγγελματικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων, με βάση τον οποίο έγινε δεκτό το αίτημα των 'επαγγελματικών και βιοτεχνικών τάξεων'. Ακολούθησε η μικρασιατική καταστροφή και το κίνημα του 1922, με αποτέλεσμα ο νόμος αυτός να μην εφαρμοστεί. Το φθινόπωρο του 1923, επί κυβερνήσεως Στ. Γονατά, ο νόμος 2872 καταργήθηκε, με το Ν.Δ. της 2.11.1923 (περί τροποποιήσεως του νόμου 184). Αντί για τα ιδρυόμενα επαγγελματικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια, οι επαγγελματίες και οι βιοτέχνες υπήχθησαν και πάλι στα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια, με τη διαφορά ότι προβλέφθηκε η λειτουργία αυτοτελών επαγγελματικών και βιοτεχνικών τμημάτων και η αριθμητική βελτίωση της εκπροσώπησης των συγκεκριμένων κλάδων στα διοικητικά συμβούλια των επιμελητηρίων. Πριν περάσουν μερικοί μήνες, διαπιστώθηκε ότι η λύση εκείνη δεν ήταν η ορθότερη. 'Συχναί συγκρούσεις και προστριβαί μεταξύ των δημιουργηθέντων αυτοτελών τμημάτων και των εμπορικών και βιομηχανικών τοιούτων εδημιούργησαν κατάστασιν, η παράτασις της οποίας αποβαίνει προς ζημίαν τόσον των επαγγελματιών και βιοτεχνών, όσο και των εμπόρων και βιομηχάνων, αφ' ετέρου δε επιφέρει και προσκόμματα εις την ομαλήν και μετά κύρους ανάπτυξιν της δράσεως των εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων'. Έτσι, τον Ιούλιο του 1924, επί κυβερνήσεως Αλ. Παπαναστασίου, εισήχθη στο κοινοβούλιο νομοσχέδιο, με το οποίο ιδρύονταν στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας ιδιαίτερα επαγγελματικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια. Το νομοσχέδιο αυτό πέρασε περιπέτειες και μόλις τον Απρίλιο του 1925, επί κυβερνήσεως Α. Μιχαλακοπούλου, κατέστη νόμος του κράτους .
 
Στο μεταξύ στη Θεσσαλονίκη, με βάση το Ν.Δ. της 2.11.1923, δημιουργήθηκε αυτοτελές επαγγελματικό και βιοτεχνικό τμήμα στο ΕΒΕΘ, υπό την προεδρία του Αριστοφάνη Κατσάρου, το οποίο λειτούργησε από την άνοιξη του 1924 μέχρι την άνοιξη του 1925. Το τμήμα αυτό αποτέλεσε τον πυρήνα του μετέπειτα Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, γι' αυτό και καταγράφουμε τις πρώτες ενέργειές του.
 
Η εκλογή του 20μελούς διοικητικού συμβουλίου του τμήματος πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαρτίου 1924. Τα μέλη του τμήματος ήταν χωρισμένα σε εννέα κατηγορίες, κάθε μία από τις οποίες εξέλεξε 1-3 συμβούλους, ως εξής:
Α΄ κατηγορία: Κ. Κύρου (παντοπώλης), Αρ. Κατσάρου (ποτοποιός). Β΄ κατηγορία: Β. Μακρής, (αρτοποιός), Ν. Ασκεπίδης (καπνοπώλης). Γ΄ κατηγορία: Ιωάννης Βαρδουλάκης (ιδιοκτήτης αμαξών), Δ. Ντόβας, Σαμουέλ Αμάρ. Δ΄ κατηγορία: Αθ. Αστεριάδης (ωρολογοποιός), Θ. Κόγκας, Κ. Ιωαννίδης. Ε΄ κατηγορία: Ι. Καραπάνος (καφεζυθοπώλης), Ν. Αποστολόπουλος (ζαχαροπλάστης), Γ. Καπακόπουλος (γαλακτοπώλης), Ν.Βλαχοσαβένης (εστιάτορας). Ζ΄κατηγορία: Χ. Πιταράκης (υποδηματοποιός), Α. Παπαδόπουλος (ράπτης). Η΄ κατηγορία: Ααρών Γιουδά (κουρέας). Θ΄ κατηγορία: Α. Ψάλτου (ξενοδόχος).
Στις 10.5.1924 συνήλθε το διοικητικό συμβούλιο με σκοπό την εκλογή τριμελούς διοικούσας επιτροπής. Πρόεδρος εκλέχθηκε ο Α. Κατσάρου, αντιπρόεδρος ο Ι. Βαρδουλάκης, αλλά δεν έγινε δυνατή η εκλογή γενικού γραμματέα. Αυτή επιτεύχθηκε τέσσερις μέρες αργότερα, οπότε και το διοικητικό συμβούλιο εξέλεξε τον Ι. Καραπάνο. Επίσης, ασχολήθηκε και με τον κανονισμό του τμήματος. Ο σύμβουλος Ν. Ασκεπίδης πρότεινε οι ενέργειες του τμήματος 'να τείνουν εις την πλήρη ανεξαρτησίαν αυτού'. Ζήτημα εγέρθηκε σχετικώς με την αντιπροσωπευτικότητα του τμήματος. Μετά από αίτημα μελών, ο πρόεδρος πρότεινε να κληθούν στην επόμενη συνεδρίαση τα προεδρεία όλων των επαγγελματικών οργανώσεων, προκειμένου να συζητηθεί το θέμα της κατάργησης των διατιμήσεων. Αντιτάχθηκε, όμως, από άλλους συμβούλους ότι το διοικητικό συμβούλιο αντιπροσώπευε εκ του νόμου όλες τις επαγγελματικές τάξεις, επομένως περίττευε η πρόσκληση των οργανώσεων. Στις 15.5.1924 τέθηκε ενώπιον της διοικούσας επιτροπής το ζήτημα των εκφορτωτικών δικαιωμάτων για τα λαχανικά και τα φρούτα. Την ίδια εποχή, το τμήμα οργανώθηκε στοιχειωδώς, αφού εγκρίθηκε η δαπάνη για έπιπλα και άλλα χρειώδη, αλλά και η πρόσληψη προσωπικού (ενός γραφέα και ενός κλητήρα). Την επόμενη εβδομάδα, στις 22.5.1924, ο πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής συναντήθηκε με αντιπροσωπεία κουρέων (που όπως είδαμε ήταν πολυπληθής επαγγελματική κατηγορία), η οποία έθεσε το ζήτημα της διατιμήσεως των 'ξυριστικών δικαιωμάτων' (της αμοιβής των κουρέων για το -συνηθισμένο τότε- ξύρισμα). Η έλλειψη χώρου στο κτίριο που στεγαζόταν το ΕΒΕΘ ήταν εμφανής και αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης της διοικούσας επιτροπής. Επίσης, η τελευταία πήρε την πρωτοβουλία να συγκληθεί πανελλήνιο επαγγελματικό συνέδριο, στέλνοντας σχετικές επιστολές στα επαγγελματικά τμήματα των επιμελητηρίων Αθηνών και Πειραιώς.
 
Στο μεταξύ η κυβέρνηση Αλ. Παπαναστασίου εξέδωσε νομοθετικό διάταγμα για τη δίωξη της αισχροκέρδειας, το οποίο δημιούργησε πολλά προβλήματα στον επαγγελματικό κόσμο. Έτσι, στις 24.5.1924, η διοικούσα επιτροπή εξέλεξε αντιπροσώπους που θα μετέβαιναν στην Αθήνα, για να εκθέσουν τις απόψεις των επαγγελματιών της Θεσσαλονίκης. Στο μεταξύ, όπως σημειώσαμε, οι αντιλήψεις περί της επιμελητηριακής οργανώσεως των επαγγελματιών είχαν αλλάξει και είχε δρομολογηθεί η ετοιμασία νομοσχεδίου για την ίδρυση αυτοτελών επαγγελματικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων, για το οποίο το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να στείλει υπόμνημα με τις προτάσεις του.
 
Στις 28.5.1924 η διοικούσα επιτροπή έλαβε τις πρώτες ουσιαστικές αποφάσεις του στην ιστορία του θεσμού: Ζήτησε να μην τροποποιηθεί το υφιστάμενο καθεστώς του ενοικιοστασίου και πρότεινε πώς θα διατιμηθούν τα 'ξυριστικά δικαιώματα'. Υπήρξε όμως κάποιο πρόβλημα με την τελευταία απόφαση, η οποία ανεκλήθη στις 14.6.1924, δηλαδή μετά από 17 ημέρες. Τις ίδιες μέρες άρχισαν να καταφθάνουν τα αιτήματα των επαγγελματιών: εκπρόσωποι όσων κατασκεύαζαν χαρτοσακούλες ζήτησαν να παραταθεί η χρήση χονδρού χάρτου για ένα ακόμη εξάμηνο, ενώ η φρουρά της Θεσσαλονίκης ζήτησε το σχηματισμό επιτροπής για να ορίσει τις διατιμήσεις των τροφίμων που προμηθευόταν. Πάντως, τα αιτήματα αυτά δεν πρέπει να κάλυπταν όλο το φάσμα των αναγκών, αν κρίνουμε από την απόφαση της διοικούσας επιτροπής να γνωστοποιήσει την ίδρυση και τους σκοπούς του τμήματος στις επαγγελματικές οργανώσεις (συλλόγους και συντεχνίες), προκειμένου να απευθύνονται σε αυτό ως αρμόδιο.
 
Στις 24 Ιουνίου 1924, το τμήμα απέκτησε τον πρώτο διευθυντή του, τον Δ. Ιωάννίδη. Λίγες μέρες αργότερα, επέστρεψε η επιτροπή που είχε μεταβεί στην Αθήνα για το ζήτημα του διατάγματος περί αισχροκερδείας και για το νομοσχέδιο περί επιμελητηρίων και ενημέρωσε για τις επαφές της τη διοικούσα επιτροπή, την οποία απασχολούσε ο κανονισμός λειτουργίας του τμήματος, αλλά και η διαφορά, που ανέκυψε στο μεταξύ, μεταξύ οπωροπωλών και πρακτόρων. Στις 4.7.1924 αποφασίσθηκε η έκδοση δελτίου διατιμήσεων, η οποία ήταν επιβεβλημένη λόγω των ασυνήθιστων συναλλαγματικών διακυμάνσεων της περιόδου εκείνης.
 
Η πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου (24.7.1924) ανέστειλε την ψήφιση του νομοσχεδίου, γεγονός που απασχόλησε τη διοικούσα επιτροπή στην αμέσως επόμενη μετά την κυβερνητική αλλαγή συνεδρίαση. Το καλοκαίρι του 1924 πέρασε υπό το βάρος των συνεπειών του νόμου περί αισχροκερδείας (βάσει του οποίου διώκονταν επαγγελματίες χωρίς να είναι βέβαιη η ενοχή τους) και της υπό εξέλιξη ρυθμίσεως του ενοικιοστασίου, δηλαδή των δύο σημαντικότερων θεμάτων που απασχολούσαν τότε τους επαγγελματίες. Ως προς το ζήτημα της αισχροκέρδειας, η Επιτροπή δήλωσε ότι: 'δεν φοβείται την τιμωρίαν των υπαιτίων, τους αθώους φοβείται, οίτινες δεν πρέπει να θυσιάζωνται ως εκ της τυφλής εναντιότητος μερικών επιτετραμμένων εις διαφόρους υπηρεσίας'. 'Δεν παραγνωρίζω', είπε ο πρόεδρος Α. Κατσάρου σε άλλη συνεδρίαση, 'ότι ο νόμος περί αισχροκερδείας είναι ένα πρόχωμα, το οποίον ηγέρθη εις την όσον ένεστι μεγαλυτέραν μανίαν πολλών προς υπερπλουτισμόν, μηδενός φειδομένων και ολίγον ενδιαφερομένων και δια αυτήν την ταλαιπωρίαν του κόσμου, από την οποίαν και εξ αυτής ακόμη εζήτησαν να πλουτίσωσι. Δια τούτους σας βεβαιώ δεν δύναμαι να ενδιαφερθώ, παρά τινί τρόπω θα ήτο δυνατόν να τιμωρηθώσι πλέον παραδειγματικώς, ίνα μάθωσι να μετριάσωσι τας ορέξεις των και τον εις υπέρτατον βαθμόν αξιοκατάκριτον εγωισμόν των. Δυστυχώς οι τοιούτοι δεν είναι εκείνοι οίτινες και τας περισσοτέρας φοράς πλήττονται εκ των αυστηρών διατάξεων του νόμου. Αλλά και εκείνοι οίτινες πλήττονται υπ' αυτού, πιστεύσατέ το, είναι τας περισσοτέρας φοράς πραγματικά θύματα των αρμοδίων, οι οποίοι δεν επιφέρωσι την απαιτουμένην προσοχήν εις την πράξιν ην έχουσι να δικάσωσι, δικάζοντες κατά πρώτην προσβολήν και αδιακρίτως, δίχως να ενδιαφερθώσιν εις τα στοιχεία τα οποία πρέπει εν πρώτοις εις δικαστής να διυλίση ίνα δυνηθή να εκδώση μίαν αμερόπληπτον απόφασιν'. Για το ενοικιοστάσιο εξέφρασε το φόβο 'μήπως και [οι επαγγελματίες] καταστώσι αντικείμενα νέων απαιτήσεων των ιδιοκτητών προ των οποίων ο επαγγελματικός κόσμος αν ευρεθή, θα ευρεθή πραγματικώς εις αδυναμίαν να εξακολουθή να ζη ως ελεύθερος πολίτης απολαμβάνων των αγαθών της ελευθερίας του'.
 
Τους επόμενους μήνες του βίου του, το επαγγελματικό τμήμα του ΕΒΕΘ ασχολήθηκε με οργανωτικά θέματα, όπως ήταν επόμενο. Επί παραδείγματι, διαπιστώθηκε ότι οι 'αυτοκινητιστές και οι καραγωγείς' (το παλαιό και το καινούργιο στον τομέα της μεταφοράς) δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο Επιμελητήριο, διότι η αρμόδια εφορία που εξέδιδε τις άδειες ασκήσεως επιτηδεύματος δεν απαιτούσε το σχετικό πιστοποιητικό. Ταυτοχρόνως, καταβλήθηκε προσπάθεια συντονισμού με τα άλλα επιμελητήρια και με τις δευτεροβάθμιες επαγγελματικές οργανώσεις, αλλά και μέριμνα για την ίδρυση επαγγελματικών σχολών και τη δημιουργία επαγγελματικών συνεταιρισμών. Το Δεκέμβριο ελήφθη απόφαση για την εκτύπωση ενημερωτικής εγκυκλίου προς τους επαγγελματίες, σχετικής με τον σκοπό και την έννοια του επαγγελματικού τμήματος σε 3.000 αντίτυπα, ένδειξη ότι το διοικητικό συμβούλιο αισθανόταν ότι οι επαγγελματίες δεν γνώριζαν την αποστολή του. Ένα ακανθώδες ζήτημα για τους επαγγελματίες ήταν η καθιέρωση του δελτίου λιανικής πωλήσεως και τα προβλήματα που προκάλεσε στην πράξη. Το Επιμελητήριο εξέδωσε σχετική ενημερωτική ανακοίνωση. Ήδη είχε γίνει αισθητή η ανάγκη ενός μόνιμου νομικού συμβούλου, λόγω των πολλών ερωτημάτων νομικής φύσεως που ανέκυπταν καθημερινώς.

Ημερολόγιο εκδηλώσεων

Φεβρουάριος
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
  
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
     

NEWSLETTER